ἐριοπώλης

ἐριο-πώλης, ου, ,
A a dealer in wool, Critias 70 D., Poll.7.28, PLips.14.6 (iv A. D.); cf. ἐρεοπώλης.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εριοπώλης — ἐριοπώλης, ὁ (Α) ο πωλητής ή ο έμπορος ερίου. [ΕΤΥΜΟΛ. < έριο( ν) + πώλης (< πωλώ)] …   Dictionary of Greek

  • ἐριοπῶλαι — ἐριοπώλης a dealer in wool masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έριο — το (AM ἔριον Α ιων. τ. εἴριον) 1. το τρίχωμα που καλύπτει το δέρμα τών ζώων και ιδιαίτερα τού προβάτου, το μαλλί 2. (κατ’ επέκτ.) το φυτικό έριο, το χνούδι μερικών φυτών που μοιάζει με το ζωικό έριο αρχ. φρ. α. συνεκδ. «ἔριον τῆς ἀράχνης» ο ιστός …   Dictionary of Greek

  • εριοπωλώ — ἐριοπωλῶ έω (Α) [εριοπώλης] πωλώ ή εμπορεύομαι έρια …   Dictionary of Greek

  • εριοπώλιον — ἐριοπώλιον, τὸ (Α) [εριοπώλης] τόπος ή κατάστημα πωλήσεως ερίων …   Dictionary of Greek

  • ԱՍՐԱՎԱՃԱՌ — (ի, աց.) NBH 1 0334 Chronological Sequence: Unknown date ա. Որ վաճառէ զասր կամ զասուիս. ἑριοπώλης lanae venditor *Մի՛ ամենեքեան մարդիկ ասրավաճա՞ք. Բրս. ի ՟կ՟ա. սղ …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.